Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Στις 17 Απρίλη 2014 πέθανε σε ηλικία 87 χρονών(γεννήθηκε 6 Μαρτίου 1927, το πρώτο παιδί από συνολικά 7 αγόρια και 4 κορίτσια του Γκαμπριέλ Ελίχιο Γκαρσία (Gabriel Eligio García) και της Λουίσα Σαντιάγα Μάρκες Ιγουαράν (Luisa Santiaga Márquez Iguarán) ) ο διάσημος Κολομβιανός συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες αφήνοντας μια εμβληματική λογοτεχνική κληρονομιά. Η μητέρα του είχε λάβει μια αξιοπρόσεκτη μόρφωση σε ένα από τα σχολεία που λειτουργούσε η εταιρεία της μπανάνας, τότε. Ο πατέρας του δούλευε στο καινούριο για την εποχή επάγγελμα του τηλεγραφητή αν και είχε κάνει κάποιες σπουδές φαρμακευτικής και ιατρικής. Αμέσως μετά το γάμο του άφησε το προσοδοφόρο επάγγελμά του, για να ασχοληθεί με την ομοιοπαθητική ιατρική – ειδικότητα που είχε άνθιση εκείνο τον καιρό. Το μωρό πήρε το όνομα του πατέρα του, Γκαμπριέλ, αλλά από τη στιγμή της γέννησής του τον φώναζαν Γκαμπίτο (που είναι το υποκοριστικό του Γκαμπριέλ στη περιοχή της Γκουαχίρα, περιοχή από όπου κατάγονταν οι πρόγονοί του) και το όνομα Χοσέ, προς τιμήν του αγίου που γιόρταζε τον μήνα που γεννήθηκε ο Μάρκες, τον Μάρτιο. Οι γονείς του έμειναν μαζί του για δυο περίπου χρόνια μέχρι τον Ιανουάριο του 1929. Όταν γεννήθηκε το δεύτερο παιδί, ο Λουίς Ενρίκες, οι γονείς έφυγαν από την Αρακατάκα που άρχισε να φθίνει για την πολυπληθέστερη Μπαρανκίγια παίρνοντας μαζί τους το νεογέννητο και αφήνοντας ύστερα απο επιμονή των παππούδων το πρωτότοκο. Μεγάλωσε λοιπόν με τον παππού του και τη γιαγιά του από την πλευρά της μητέρας του, τον συνταγματάρχη του επαναστατικού στρατού Νικολάς Ρικάρδο Μάρκες Μεχία (el coronel Nicolás Márquez Iguarán) βετεράνο του (εμφυλίου) πολέμου των Χιλίων ημερών και την Τρανκιλίνα Ιγουαράν Κότες (Tranquilina Iguarán Cotes).

Τα χρόνια με τους παππούδες του ήταν τα πιο καθοριστικά όχι μόνο για τη ζωή του αλλά κυρίως για τη λογοτεχνική του διαμόρφωση. Η γιαγιά του και οι άλλες θείες του σπιτιού (ζούσε σε ένα σπίτι γεμάτο γυναίκες, θα πει) ήταν οι φορείς της παράδοσης και της λαϊκής κουλτούρας. Τα παραμύθια και οι ιστορίες που του έλεγαν συχνά, για τους θρύλους της περιοχής και κυρίως ο κόσμος των πνευμάτων μέσα στον οποίο ζούσαν, θα καθορίσει τη φαντασία του.

Στο δυσανάλογο με τον όγκο του έργου του μικρό ετούτο αφιέρωμα θα γίνει προσπάθεια μιας ουσιαστικής προσέγγισης, ενώ για το έργο του, είναι μιά λαμπρή ευκαιρία για τον αναγνώστη για μιά ερευνητική βουτιά στην γνώση και την ενημέρωση.

Λογοτεχνία και ιστορία: Συνήθως η λογοτεχνική δημιουργία του Μάρκες διαιρείται σε δύο περιόδους: αυτή που προηγήθηκε το έργο που τον καθιέρωσε παγκοσμίως, το πασίγνωστο «100 Χρόνια Μοναξιάς» και μετά. Τα έργα που προηγήθηκαν, μοιάζουν με προετοιμασία στο μνημειώδες αυτό μυθιστόρημα με την έννοια, ότι κάποια πρόσωπα, τόποι, γεγονότα, αντιλήψεις, που μπαίνουν σαν συστατικά στοιχεία στο «100 Χρόνια Μοναξιάς», απαντιώνται εν μέρει σε προηγούμενα έργα του, όπως ο κεντρικός τόπος, το χωριό Μακόντο. Που δεν παει να πει ότι πρόκειται απλώς για δοκιμές. Αντίθετα, πρόκειται για άρτια λογοτεχνικά έργα, που ωστόσο μαρτυρούν την αναζήτηση μιας μεγαλύτερης σύνθεσης. Σαν κόκκινο νήμα περνάει από το έργο του Μάρκες η παρουσία της δικτατορίας. Η βασανιστική παρουσία συνεχών πραξικοπημάτων και δικτατορικών καθεστώτων στη Λατινική Αμερική βρίσκει την αντανάκλασή της στα έργα του. Βασανισμένα μυαλά οι συγγραφείς της μαρτυρικής αυτής ηπείρου. Υπάρχουν οι λόγοι. Ο Μάρκες, στην ομιλία του με αφορμή το βραβείο Νόμπελ, που του απονεμήθηκε το 1982, θα εκφράσει ένα χαρακτηριστικό παράπονο απέναντι στην παλαιά ήπειρο, μιλώντας στην αίθουσα απονομής στη νορβηγική πρωτεύουσα για την ουσία της «μοναξιάς της Λατινικής Αμερικής»: «Η ερμηνεία της δικής μας πραγματικότητας με ξένα σχήματα συμβάλλει μονάχα στο να μας κάνει κάθε φορά πιο άγνωστους, κάθε φορά λιγότερο ελεύθερους, κάθε φορά πιο μοναχικούς. Ισως η αξιοσέβαστη Ευρώπη θα μας καταλάβαινε καλύτερα, αν προσπαθούσε να μας βλέπει στο δικό της παρελθόν» θίγοντας το θέμα του σεβασμού για την ταυτότητα, κραυγή πόνου που ακούγεται συχνά από τον πρώην (και νυν) αποικιοκρατούμενο κόσμο. Λίγο παρακάτω θα αναρωτιέται: «Γιατί η πρωτοτυπία που μας αναγνωρίζεται χωρίς επιφυλάξεις στη λογοτεχνία, μας την αρνιέστε με κάθε είδος καχυποψιών στις τόσο δύσκολές μας προσπάθειες της κοινωνικής αλλαγής;» Αλλά και τα ακόλουθα λόγια στο «Ο συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει» είναι χαρακτηριστικά για το «παράπονο» με τους Ευρωπαίους: «Για τους Ευρωπαίους η Αμερική του Νότου είναι ένας άντρας με μουστάκια, κιθάρα και ένα ρεβόλβερ, είπε ο γιατρός γελώντας πάνω από την εφημερίδα. Δεν καταλαβαίνουν το πρόβλημα». Το έργο του είναι γεμάτο από συνταγματάρχες, στρατηγούς κι άλλους στρατιωτικούς. Μην ξεχνάμε, ότι η κυρίως ισπανική κατάκτηση της Νότιας Αμερικής δεν έφερε ποτέ μια καπιταλιστική ανάπτυξη τύπου Βόρειας Αμερικής, αλλά εγκατέστησε εκεί κυρίως φεουδαρχικές σχέσεις, καθολικισμό, στρατοκρατίες, μεσαιωνισμό. Το βάσανο και η καταπίεση της απόλυτης εξουσίας, παρούσα σε όλο το έργο του Μάρκες, βρίσκει το αποκορύφωμά του στο «Φθινόπωρο του Πατριάρχη», σπουδαία συμβολή στην πλούσια παραγωγή του λεγόμενου «μυθιστορήματος της δικτατορίας», στο οποίο άλλοι μεγάλοι δημιουργοί είχαν προηγηθεί (όπως ο Καρπεντιέρ από την Κούβα, ο Αστούριας από τη Γουατεμάλα και ο Ρόα Μπάστος από την Παραγουάη). Με την έννοια αυτή το «Φθινόπωρο του Πατριάρχη» αποτελεί σημαντική συμβολή στην ιστορικο-πολιτική έρευνα στην νοτιαμερικανική ήπειρο. Επίσης δείχνει πώς το έργο του Μάρκες συνυφαίνεται στενά με την κοινωνική πραγματικότητα του κόσμου του, παρ’ όλο τις μαγικές αποδράσεις, με τις οποίες καθιέρωσε την έννοια του μαγικού ρεαλισμού. Ακριβώς, όμως, αυτά τα μη ρεαλιστικά στοιχεία απογειώνουν την πραγματικότητα αυτή κάνοντάς την οικουμενική και άχρονη. Ο δικτάτορας στο «Το φθινόπωρο.…» έχει μια ηλικία, που κυμαίνεται ανάμεσα στα «107 και τα 232 χρόνια». Δεν το ξέρει ούτε ο ίδιος.

Κι εμείς δεν ξέρουμε καν μήπως έχει πεθάνει και αντικατασταθεί από άλλο δικτάτορα, από άλλον απόλυτο εξουσιαστή με το ίδιο όνομα. Οι αρχές χειραγωγούν τα πάντα, ακόμα και τον ιστορικό χρόνο καλλιεργώντας στους υπήκοους την αίσθηση της αιωνιότητας της δικτατορικής εξουσίας, κάτω από την οποία στενάζουν. Ο Μάρκες έζησε από την αρχή της συγγραφικής του σταδιοδρομίας τη βία της κολομβιανής εξουσίας, ενάντια στην οποία είχε πάντα σταθερές απόψεις. Η αδιάλειπτη υποστήριξή του της κουβανικής επανάστασης σ’ όλη του τη ζωή, όπως και η βαθιά φιλία του με τον Φιντέλ Κάστρο ήταν η αιτία μιας μόνιμης πολεμικής εναντίον του.

Το μαγικό που είναι ρεαλιστικό: Και στο έργο του Μάρκες υπάρχει μια διαπάλη του πραγματικού, του ρεαλιστικού, του λογικού με το μαγικό. Ενώ στην Ευρώπη ο Διαφωτισμός, ο μαρξισμός, αλλά και ο επιστημονικός θετικισμός, ο καθένας με τον τρόπο του, αποτελούν μέτωπο κόντρα στον ανορθολογισμό του Μεσαίωνα, στη λογοτεχνική παράδοση της ισπανοφωνίας, η οποία στη Λατινική Αμερική ενσωμάτωσε στοιχεία του ιθαγενικού πληθυσμού, εμφανίζεται ο κόσμος της «μαγείας», ενισχυμένος επίσης από την αφρικανική κουλτούρα των μαύρων σκλάβων. Υπάρχουν στη Λατινική Αμερική συγγραφείς που «κλωτσούν» αυτό που ονομάζουν ευρωπαϊκό ορθολογισμό τονίζοντας υπερβολικά τα μη ορθολογικά στοιχεία των μικτών κουλτούρων τους. Από τις πλούσιες μικτές κουλτούρες και τις εθνικές παραδόσεις του λεγόμενου «Νέου Κόσμου» πολλοί συγγραφείς αντλούν στοιχεία ενός μαγικού κόσμου, που, άλλωστε, πάντα επιβιώνει στις λαϊκές παραδόσεις, εξαιρετικά εξασθενισμένες στην ευρωπαϊκή κουλτούρα. Ο Μάρκες, στο «100 Χρόνια.…» βάζει μια γυναίκα –την Ούρσουλα — να έχει δεσμούς με την πραγματικότητα επισημαίνοντας την αντίθεση ανάμεσα στις αλχημιστικές δραστηριότητες και την πραγματική επιστήμη που είναι το στήριγμα της προόδου: «Εδώ πρέπει να σαπίσουμε ζωντανοί χωρίς να δεχθούμε τα οφέλη της επιστήμης», θα πει για το «νεκρό» χωριό, όπου ζουν οι πρωταγωνιστές.

Τα κοινωνικοπολιτικά στοιχεία: Τα στοιχεία αυτά στον κόσμο του χωριού Μακόντο στο «100 Χρόνια Μοναξιάς» αντιπροσωπεύουν την κολομβιανή πραγματικότητα, ιδιαίτερα αυτής μετά την εξέγερση στην Μπογκοτά του 1948 μετά τη δολοφονία του φιλελεύθερου πολιτικού Ελιέσερ Γκαϊτάν. Το κλίμα των βιαιοτήτων γίνεται σύνηθες στη χώρα. Με αφορμή τις εκλογές του 1958 ο Μάρκες σημειώνει: «Μετά από οχτώ χρόνια, εννέα μήνες και έντεκα μέρες χωρίς εκλογές, ο κολομβιανός λαός γυρίζει στις κάλπες για να αποκαταστήσει ένα κονγκρέσο που είχε διαλυθεί στις 12 Νοεμβρίου του 1949 με εντολή του Μαριάνο Οσπίνα Πέρες, ενός προέδρου συντηρητικού, ο οποίος πριν ήταν ένας διακριτικός πολυεκατομμυριούχος. Αυτή η πράξη βίας εγκαινίασε στις τρεις και τριανταπέντε ενός Σαββάτου μια περίοδο τριών διαδοχικών δικτατοριών, οι οποίες μέχρι τώρα κόστισαν στη χώρα 200.000 νεκρούς και την πιο σοβαρή οικονομική και κοινωνική αναστάτωση όλης της ιστορίας. Η ανελέητη ένοπλη δίωξη ενάντια στους φιλελεύθερους στρέβλωσε την εκλογική πραγματικότητα. Ο απολυταρχισμός του Ρόχας Πινίγια έθεσε τέρμα στις εκλογές» (στο «Cuando era feliz e indocumentado», (Οταν ήμουν ευτυχισμένος και ανενημέρωτος). Πάνω σ’ αυτή την ιστορική βάση γράφτηκε τελικά το «100 Χρόνια μοναξιάς». Μέσω πολλών «λεπτομερειών» η βαριά σκιά της δικτατορίας πνίγει την ατμόσφαιρα στο Μακόντο. Ο συνταγματάρχης, στην αρχή, ντύνεται με επίσημη στολή για μια κηδεία: «Είναι ο πρώτος φυσικός θάνατος που είχαμε σε πολλά χρόνια», ενώ οι καμπάνες της εκκλησίας ανακοινώνουν την κινηματογραφική λογοκρισία, οι εφημερίδες βγάζουν τις εθνικές ειδήσεις από τις σελίδες τους και τις αφιερώνουν στις διεθνείς ειδήσεις. Μ’ αυτό τον τρόπο μαθαίνουμε, ότι τα παραπάνω συμβαίνουν την εποχή της εθνικοποίησης της διώρυγας Σουέζ. Στην πορεία γίνεται πιο επαναστατική η συνείδηση του πρωταγωνιστή Μπουενδία, ο οποίος κατανοεί, ότι το πολιτικό πρόβλημα είναι πρόβλημα όλης της ηπείρου. Μια αναφορά στην κουβανέζικη επανάσταση υπάρχει στην εξής φράση: «.….η πρώτη άμεση είδηση που έλαβε η Ούρσουλα απ’ αυτόν, μερικά χρόνια από τότε που είχε φύγει, ήταν ένα γράμμα τσαλακωμένο και μουντζουρωμένο που της ήρθε από χέρι σε χέρι από το Σαντιάγο ντε Κούμπα». Το Μακόντο γίνεται ζώνη εκβιομηχάνισης, άρα και κοινωνικής εξέγερσης και διαβάζουμε, ότι δικαστές και γιατροί στηρίζουν το σύστημα της καταπίεσης, ο στρατός επεμβαίνει υπέρ της άρχουσας τάξης, ενώ οι εργάτες θέλουν τον ένοπλο αγώνα!

Η σχέση με τις χώρες του σοσιαλισμού: Ο Μάρκες επισκέφτηκε την ΕΣΣΔ για πρώτη φορά τρεις μήνες πριν το λανσάρισμα του σπούτνικ. Μετά από πολλές εκπλήξεις ο Μάρκες άρχισε να πείθεται, ότι ο «Νέος Κόσμος» δεν ήταν πια η Αμερική, αλλά αυτή η χώρα των «22.400.000 τετραγωνικών μέτρων χωρίς ούτε μία διαφήμιση της κοκακόλα και όπου σχεδόν κανείς δεν ήξερε ποιά ήταν η Μέριλιν Μόνρο», ενώ το μετρό ήταν «αποτελεσματικό, άνετο και πολύ φτηνό», όπως και οι επιβάτες του, οι οποίοι πάντα με το βιβλίο στο χέρι το μετέτρεπαν «στη μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του κόσμου». Σύμφωνα με τον Ισπανό δημοσιογράφο Ντανιέλ Ουτρίγια, ο κόσμος τον υποδέχθηκε με μεγάλο ενθουσιασμό, λουλούδια, σοκολάτες και ακόμα και μπουκάλια με σαμπάνια. Από τα αποφθέγματα του Μάρκες σχετικά με τις χώρες του σοσιαλισμού, μπορεί ο καθένας να κάνει μια επιλογή και να αποσιωπήσει ή να τονίσει ερμηνεύοντας τον Μάρκες σύμφωνα με ο,τι εξυπηρετεί την πολιτική θέση του καθενός και, έτσι, να δόσει μια «τάση» στις απόψεις του Μάρκες. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την τοποθέτησή του στο πλευρό της κοινωνικής προόδου με όλες τις συνέπειες.

Μια αγαπημένη ρήση του Μάρκες ήταν αυτή, που είναι και επιγραφή στην αυτοβιογραφία του: «Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς, αλλά αυτή που θυμάται και με ποιό τρόπο τη θυμάται κανείς για να την πει». Προσέγγιση μεταφυσική, θα λέγαμε, διότι η πραγματικότητα δεν είναι κάτι το υποκειμενικό, δεν είναι πάντα όπως τη βλέπουμε ή βιώνουμε. Ωστόσο, το ίδιο το έργο του Μάρκες αναιρεί κατά κάποιο τρόπο τα λόγια αυτά αντανακλώντας ρεαλιστικά μαγικά τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου

Previous
Previous

Αλλάζουν οι ημερομηνίες όλων των πληρωμών

Next
Next

Ακρίβεια: Ζαλίζουν οι τιμές στα τρόφιμα