Πώς τα Τρία Ε πυροδοτούν την πλούσια συζήτηση

Η ουσιαστική συζήτηση

Πότε ήταν η τελευταία φορά που κάνατε μια ουσιαστική συζήτηση με το παιδί σας ή τα παιδιά σας;

Δεν εννοώ μια φιλοσοφική συζήτηση αλλά μια συζήτηση που σας κίνησε το ενδιαφέρον ή σας εξέπληξε, που σας άφησε τόσο να αναρωτιέστε όσο και να νιώθετε περιέργεια. Μια συζήτηση που σας βοήθησε να καταλάβετε ο ένας τον άλλο καλύτερα, που σας έφερε πιο κοντά ή που έδωσε λύση σε μια διαφωνία σας. Μια συζήτηση στην οποία συμμετείχατε και οι δύο, χτίζοντας ο ένας πάνω στις ιδέες του άλλου με μια άνετη, εναλλασσόμενη ροή. Μια συζήτηση που σας έκανε να γελάσετε δυνατά ή που σας φάνηκε αδιάφορη αλλά σας τη θύμισε αργότερα το παιδί σας, δείχνοντας ότι έμαθε κάτι ή απέκτησε κάποια γνώση. Ή μια συζήτηση που σας επέτρεψε να χαλαρώσετε και να απολαύσετε τη συντροφιά ο ένας του άλλου.

Εννοώ μια συζήτηση στην οποία δεν μιλούσατε για εργασίες που δεν έχουν τελειώσει, τα ρούχα στο πάτωμα, το πρόγραμμα της επόμενης μέρας για το σχολείο και τα αθλήματα, για το ποιος θα μεταφέρει ποιον ή, ακόμα, για κάμποσες αδιάφορες πρακτικές λεπτομέρειες. Όταν δεν τρέχατε για μια προπόνηση κολύμβησης, ούτε τσεκάρατε αν το δωδεκάχρονό σας έφερε το βιολί του, ούτε αν στείλατε την υπογεγραμμένη άδεια για την εκδρομή του παιδιού, ούτε αν το νήπιό σας έβαλε τα παπούτσια του. Όταν δεν κάνατε τυπικές ερωτήσεις: Πώς ήταν το πάρτι; Πέρασες καλά στον φίλο σου; Πώς πήγε το τεστ των μαθηματικών; Κερδίσατε στον αγώνα μπάσκετ;

Εάν μπορείτε να σκεφτείτε μια ουσιαστική συζήτηση, προσπαθήστε να βρείτε περισσότερες. Θυμηθείτε τις με λεπτομέρειες. Πόσο πρόσφατες είναι; Πόσο συχνά συμβαίνουν σε σχέση με τις αδιάφορες συζητήσεις;

Εάν δυσκολευτήκατε με αυτή την άσκηση, μη νιώθετε άσχημα. Δεν είστε οι μόνοι. Οι περισσότεροι από εμάς μιλάμε με τα παιδιά μας καθημερινά. Τα ακούμε όταν παραπονιούνται ή όταν δεν μας αφήνουν σε ησυχία λόγω του ενθουσιασμού τους. Προσπαθούμε να είμαστε υπομονετικοί. Κάνουμε όλοι το καλύτερο που μπορούμε. Παρ’ όλα αυτά, οι συζητήσεις μας είναι συχνά επουσιώδεις ή αδιάφορες. Χάνουμε τον στόχο μας. Εστιάζουμε στο να μεταδώσουμε νοήματα αλλά δεν προσέχουμε πώς μιλάμε ή πώς τα παιδιά ακούν αυτά που λέμε. Ως αποτέλεσμα, χάνουμε ευκαιρίες για συζητήσεις που βρίσκονται στο επίπεδο των παιδιών και εξελίσσονται λεπτό το λεπτό καθώς τα παιδιά συνειδητοποιούν κάτι σταδιακά ή κάνουν ένα απότομο άλμα. Στην πραγματικότητα, εάν αφιερώσουμε τον χρόνο για να ακούσουμε, υπάρχουν τόσες πολλές ευκαιρίες ακριβώς μπροστά μας, όχι μόνο για να κάνουμε τα παιδιά να ακολουθήσουν εντολές ή να απαντήσουν σωστά, αλλά για να τα βοηθήσουμε να διευρύνουν τους ορίζοντές τους: να κάνουν νοερές συνδέσεις, να εστιάσουν σε νέους δρόμους ή να αναθεω­ρήσουν αυτά που νόμιζαν ότι ήξεραν. Σε αυτή τη διεύρυνση είναι που γίνεται η έκπληξη, εκεί όπου τα παιδιά νιώθουν να δυσκολεύονται, εκεί όπου εμείς νιώθουμε περιέργεια ή ενδια­φέρον καθώς και εκεί όπου συχνά καταλήγουμε να γελάμε δυνατά.

Αντιθέτως, παρόλο που έχουμε τις καλύτερες προθέσεις, συχνά εστιάζουμε στο να βεβαιωθούμε ότι τα παιδιά μας θα επιτύχουν βραχυπρόθεσμα. Τόσες πολλές συζητήσεις αφορούν την οργάνωση δραστηριοτήτων, τα πάρτι γενεθλίων, το πότε θα τα πάρουμε με το αυτοκίνητο, τα αποτελέσματα αγώνων, τους βαθμούς ή τις εργασίες για το σχολείο. Αφορούν τις σημερινές μας δουλειές και την προετοιμασία των αυριανών. Αφορούν την αποφυγή λαθών και την εκπλήρωση υποχρεώσεων. Υπάρχει ελάχιστος χρόνος για να κάνουμε μια παύση και να συζητήσουμε (και να μεταθέσουμε την προετοιμασία του βραδινού ή την τακτοποίηση ή τον χρόνο που αφιερώνουμε στις εργασίες για το σχολείο).

Όμως, όταν παραμελούμε τις βαθύτερες συζητήσεις, χάνουμε την ευκαιρία να βοηθήσουμε τα παιδιά πραγματικά να κατανοήσουν τον κόσμο και να επιτύχουν τόσο στο παρόν όσο και μακροπρόθεσμα. Η επιτυχία δεν είναι το ίδιο πράγμα με τις επιδόσεις. Η αληθινή επιτυχία δεν συνδέεται μόνο με νίκες σε αγώνες ποδοσφαίρου ή με υψηλούς βαθμούς σε διαγωνίσματα, αλλά επίσης με την οικοδόμηση ικανοτήτων, όπως η ενσυναίσθηση και η δημιουργικότητα, οι οποίες θα βοηθήσουν τα παιδιά στο παρόν και στο μέλλον. Πράγματι, εάν θέλουμε να αναθρέψουμε παιδιά που θα ανθίσουν και να χτίσουμε ισχυρούς δεσμούς μαζί τους, είναι αυτές οι συζητήσεις που χρειαζόμαστε περισσότερο. Επιπλέον, αυτές είναι συχνά οι συζητήσεις που επιθυμούν τα ίδια τα παιδιά, ακόμα και αν δεν το λένε πάντα καθαρά. Όλα τα παιδιά, όλων των ηλικιών, θέλουν να τα ακούσουμε και να τα καταλάβουμε.

Γιατί έχει σημασία η συζήτηση;

Μια καλή συζήτηση με το παιδί σας υπόσχεται δύο πράγματα. Αρχικά, σας βοηθάει να κατανοήσετε ο ένας τον άλλο και να συνδεθείτε εκείνη τη στιγμή με έναν τρόπο μοναδικό. Έπειτα, αυτές οι συζητήσεις ενθαρρύνουν τη μάθηση και την ευεξία μακροπρόθεσμα μέσω της οικοδόμησης ικανοτήτων τις οποίες τα παιδιά μπορούν να αξιοποιήσουν. Δείτε τον παρακάτω πίνακα για το πώς λειτουργεί η διπλή αυτή υπόσχεση.

Η πρώτη υπόσχεση αφορά την καθημερινότητα. Οι καλές συζητήσεις δεν είναι όπως το μπρόκολο – ωφέλιμες για τα παιδιά σας αλλά δυσάρεστες. Ακριβώς το αντίθετο. Ιδανικά, είναι ευχάριστες και ενδιαφέρουσες και αποτελούν έναυσμα για σκέψη, ενώ σταδιακά σας φέρνουν πιο κοντά.

Εκείνη τη στιγμή, το να ακούτε και να μιλάτε με τρόπο που κάνει το παιδί να νιώσει ότι το καταλαβαίνετε προετοιμάζει το έδαφος για έναν σφιχτό, στοργικό δεσμό. Όταν νιώθει ότι το σέβεστε, είναι πιο πιθανό να σας σεβαστεί κι αυτό. Κάνει πιο βαθυστόχαστες ερωτήσεις και δείχνει μεγαλύτερη περιέργεια, καθώς νιώθει ότι βρίσκεστε πλάι του σε αυτό το ταξίδι αναζήτησης. Είναι πιο ανοιχτό να ακούσει τη δική σας άποψη σε μια συζήτηση – ακόμα και αν διαφωνεί. Και, στο τέλος, έχετε και οι δύο μια καλύτερη κατανόηση της άποψης του άλλου, ιδιαίτερα αν δεν βλέπετε τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο.

Όταν λειτουργείτε σαν πρότυπο για το παιδί δείχνοντάς του πώς να μιλάει και να ακούει μέσα σε κλίμα αληθινής επικοινωνίας, είναι πολύ πιο πιθανό να αποκτήσει κι αυτό αυτές τις δεξιότητες. Επίσης, είναι πιθανότερο να ανοιχτεί και να μοιραστεί περισσότερα από τα αληθινά του πάθη, τα ενδιαφέροντα, τις ανησυχίες και τους φόβους. Αυτό επιτρέπει σε εσάς να καταλάβετε καλυτέρα τι θέλει και τι χρειάζεται και να το συναντήσετε στο «σωστό» επίπεδο. Μπορεί να μην του δώσετε όλα όσα θέλει, αλλά κατανοείτε τις ελπίδες και τις επιθυμίες του. Έχοντας τη σχέση σας σαν βάση, θα είναι πιο εύκολο στο παιδί να κοινωνικοποιηθεί. Επίσης, θα παραφέρεται και θα κλείνεται στον εαυτό του λιγότερο – θα νιώθει λιγότερο νευρικό, στενοχωρημένο, συναισθηματικά φορτισμένο, εκνευρισμένο και αγχωμένο. Ως αποτέλεσμα, η σχέση σας γίνεται πιο ομαλή και πιο ευχάριστη και το δέσιμο ανάμεσά σας δυναμώνει.

Πώς τα Τρία Ε πυροδοτούν την πλούσια συζήτηση

Επομένως πώς μπορούν να συμβούν αυτές οι συζητήσεις μάθησης στη ζωή μας; Εμπνευσμένη από την έρευνά μου σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ ενηλίκων και παιδιών, άρχισα να χρησιμοποιώ στην κλινική μου δουλειά αυτά που αποκαλώ τα Τρία Ε. Τα Τρία Ε έχουν μια ισχυρή ερευνητική βάση αναφορικά με την ανάπτυξη της γλώσσας, της σκέψης και των κοινωνικών δεξιοτήτων σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Λειτουργούν ως το θεμέλιο της πλούσιας συζήτησης μιας και σας επιτρέπουν να συμμετέχετε και δίνουν ροή. Σκεφτείτε τις ως στρατηγικές που μπορείτε να τις φυλάξετε στην τσέπη και να τις χρησιμοποιήσετε όταν είναι απαραίτητο. Τα Τρία Ε είναι:

Τι είναι τα Τρία Ε;

Ας εξετάσουμε το καθένα ξεχωριστά.

Εμπλουτίστε. Παίρνετε ένα σχόλιο ενός παιδιού και το εμπλουτίζετε. Προσθέτετε εκφράσεις, λέξεις ή διευκρινίσεις. Οι απλοί εμπλουτισμοί θέτουν τη βάση για πιο περίπλοκους. Μια έρευνα έδειξε ότι όσο περισσότερο οι μητέρες έκαναν τέτοιους εμπλουτισμούς, τόσο καλύτερη ήταν η ανάπτυξη της γλώσσας παιδιών ηλικίας μεταξύ δύο και τριών ετών. Εάν το παιδί έλεγε «Μεγάλο φορτηγό» και η μητέρα έλεγε «Αυτό είναι ένα μεγάλο φορτηγό», τότε εμπλούτιζε το σχόλιο του παιδιού ενώ διατηρούσε το θέμα και ακολουθούσε το ενδιαφέρον του παιδιού. Αυτή η έρευνα εστίασε μόνο σε μητέρες, όπως συμβαίνει με μεγάλο μέρος της έρευνας σχετικά με τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ γονιών και παιδιών. Ευτυχώς, όμως, οι ερευνητές έχουν αρχίσει να ερευνούν και τους πατέρες. Άλλες έρευνες έχουν υπογραμμίσει τη σημασία του να μιλάνε οι πατέρες στα παιδιά, ειδικά σε σχέση με την ανάπτυξη του λεξιλογίου. Για παράδειγμα, μια έρευνα στην οποία συμμετείχαν πατέρες από αγροτικές περιοχές κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσαν με τα βρέφη τους ηλικίας έξι μηνών ενώ τους διάβαζαν είχε συνάφεια με τη γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών στην ηλικία του ενός έτους και των τριών ετών.

Φανταστείτε ότι ένα παιδί λέει «Φορτηγό έπεσε κάτω». Η μητέρα απαντάει «Ναι, έπεσε επειδή το έσπρωξες στον τοίχο. Τράκαρε». Το σχόλιό της δείχνει ότι ασχολείται με το ίδιο πράγμα με το παιδί της. Αυτό είναι γνωστό ως κοινή προσοχή και διαμορφώνει τα θεμέλια για τη μάθηση και την κοινωνική ανάπτυξη στα επόμενα χρόνια. Η μητέρα δίνει στο παιδί της ανατροφοδότηση (feedback) σχετικά με αυτό που το ενδιαφέρει, γεγονός που κάνει την ανταπόκρισή της πιο ουσιώδη. Λειτουργεί ως πρότυπο χρησιμοποιώντας πιο σωστή και περίπλοκη γλώσσα, με λέξεις που μπορεί να μην ξέρει το παιδί, πράγμα που το διδάσκει και διευρύνει τους ορίζοντές του περισσότερο από όσο θα μπορούσε να κάνει μόνο του.

Ως αφετηρία, χρησιμοποιήστε ερωτήσεις που βοηθούν τα παιδιά να ανοιχτούν. Όπως για παράδειγμα μια ερώτηση εμπλουτισμού: «Πες μου περισσότερα». Ιδιαίτερα με τα μικρότερα παιδιά, τείνουμε να κάνουμε μονοκόμματες, κλειστού τύπου ερωτήσεις και σχόλια του είδους «Ωραίο αεροπλάνο» ή «Τι όμορφο λουλούδι» ή «Τι χρώμα είναι αυτό;» Αλλά, όταν λέτε «Πες μου περισσότερα», δείχνετε ότι είστε παρόντες και ανυπομονείτε για την επόμενη ιδέα του.

Τέτοιες ερωτήσεις βοηθούν στα αρχικά στάδια της μάθησης. Όμως, όταν εστιάζουμε υπερβολικά σε αυτές, χάνουμε τις βαθύτερες σκέψεις για τις οποίες είναι ικανά τα μικρά παιδιά και τις πραγματικές δυνατότητες της φαντασίας τους. Αντ’ αυτού, απλά δοκιμάστε το εξής: «Ποπό, τέλειο. Τι είναι αυτό;» ή «Τι συνέβη με αυτό;». Εάν το παιδί σάς δώσει κάποιες εξηγήσεις και μετά σταματήσει, ρωτήστε «Και μετά;» Αυτό είναι πιο ωφέλιμο για τη συζήτηση από ένα παιχνίδι μαντεψιάς με ερωτήσεις του τύπου «Αυτό είναι ένα δέντρο;» Προσπαθήστε να μην προλαμβάνετε τι θα πει ένα παιδί. Αντιθέτως, καθίστε, κοιτάξτε και ακούστε. Επιτρέψτε στις ιδέες του να σας ξαφνιάσουν. Πρέπει να καταλάβετε ότι η ζωγραφιά που νομίζατε πως ήταν δέντρο ήταν στην πραγματικότητα ένα τέρας με δυο δάχτυλα και πως αυτό που έμοιαζε με σπίτι ήταν τελικά ένας δορυφόρος ή μια φωλιά για φανταστικά πουλιά με μοβ φτερά.

Εξερευνήστε. Εδώ, ξεπερνάτε το άμεσο περιβάλλον γύρω από το παιδί σας για να συζητήσετε για το παρελθόν και το μέλλον, για να φανταστείτε μακρινά τοπία και άγνωστα πρόσωπα καθώς και για να σκεφτείτε έξυπνες λύσεις. Σε συνέχεια του παραδείγματος με το φορτηγό, θα μπορούσατε να πείτε: «Πού θέλεις να πάει το φορτηγό;»

«Στο διάστημα», απαντάει το παιδί.

«Και μετά;» ρωτάτε όταν το σηκώσει ψηλά. Ή ίσως το φορτηγό συνεχίζει να τρακάρει. Μπορεί να ρωτήσετε «Τι θα μπορούσες να κάνεις για να μην τρακάρει;» ή «Ποιον άλλον δρόμο θα μπορούσε να πάρει;». Τέτοιου είδους ερωτήσεις το βοηθάνε να σκεφτεί αφηρημένα και δημιουργικά, να επινοήσει νέες ιδέες και να εξερευνήσει σενάρια που μπορεί να μην έχει πραγματικά βιώσει. Όπως τα βιβλία τού επιτρέπουν να διευρύνει τα όρια του κόσμου του, το ίδιο κάνουν και αυτές οι ευκαιρίες για να φανταστεί, να υποθέσει, να προβλέψει.

Όταν εξερευνάτε, τείνετε να χρησιμοποιείτε γλώσσα εκτός πλαισίου ή γενική γλώσσα, να μιλάτε για αφηρημένες έννοιες ή πράγματα που δεν βρίσκονται μπροστά σας. Η λέξη «σπίτι» είναι συγκεκριμένη αλλά η «αρχιτεκτονική» είναι μια γενική έννοια έξω από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Αυτή η αφηρημένη γλώσσα αναπτύσσει το λεξιλόγιο των παιδιών, την ικανότητά τους να λένε ιστορίες και τις επικοινωνιακές δεξιότητες που χρειάζονται για να επιτύχουν στο σχολείο. Από την έρευνα πάνω σε αυτό τον τύπο της γλώσσας, γνωρίζουμε ότι ο καλύτερος τρόπος για να την αναπτύξουν τα παιδιά είναι να δουν εμάς να τη χρησιμο­ποιούμε. Μπορείτε να αρχίσετε λέγοντας ιστορίες. Μπορείτε να μιλήσετε για τις ιδέες στα βιβλία ή απλά να συζητήσετε με τρόπο που υπερβαίνει το εδώ και το τώρα. Ένας τρόπος για να το κάνετε αυτό είναι να εστιάζετε σε ερωτήσεις ανοιχτού τύπου, δηλαδή σε ερωτήσεις που δεν μπορούν να απαντηθούν με ένα «ναι» ή ένα «όχι». Μια τέτοια ερώτηση μπορεί να είναι ιδιαίτερα απλή όπως «Τι έγινε;» ή «Πού νομίζεις ότι πηγαίνει;». Ή μπορείτε να κάνετε κάποια ερώτηση σχετικά με τα κίνητρα, τα συναισθήματα˙ για παράδειγμα «Πώς νομίζεις ότι ένιωσε το αγόρι όταν έφυγε ο φίλος του;» ή «Γιατί νομίζεις ότι δεν έκλαψε;». Από την άλλη μεριά, μερικές ερωτήσεις κλειστού τύπου θα μπορούσαν να έχουν ως εξής: «Ήταν χαρούμενος όταν πήγε σε άλλο σχολείο;» ή «Νομίζεις ότι θα γυρίσει στο παλιό του σπίτι;». Οι ερωτήσεις κλειστού τύπου έχουν τη δική τους χρησιμότητα ειδικά εάν το παιδί σας νιώθει μπερδεμένο ή λέει ότι δεν ξέρει. Όμως οι ερωτήσεις ανοιχτού τύπου επιτρέπουν στη φαντασία του να λειτουργήσει.

Αλλά, ιδιαίτερα με τα μικρά παιδιά, αρχίστε από κάτι το συγκεκριμένο. Κάντε ερωτήσεις που βασίζονται σε αυτό που εσείς και το παιδί σας μπορείτε να δείτε. Αυξήστε σταδιακά την πολυπλοκότητα και τσεκάρετε πώς τα πάει το παιδί σας: τι έχει μάθει, τι το ενδιαφέρει, τι το κάνει να βαριέται, αν νιώθει περιέργεια ή αν νιώθει μπερδεμένο. Όταν διαβάζετε, εξερευνήστε τις ιδέες που παρουσιάζει το βιβλίο και μην εστιάζετε μόνο στις λέξεις. Ακόμα και τα παιδιά μικρότερης ηλικίας μπορούν να σκεφτούν πιο αφηρημένα εάν τα στηρίξετε. Ας υποθέσουμε ότι έχετε ένα εικονογραφημένο βιβλίο με ένα παιδάκι που χαϊδεύει ένα κουνελάκι. Ξεκινάει να βρέχει και το κουνελάκι αρχίζει να τρέχει μακριά. «Οχ, όχι, το κουνελάκι χάθηκε!» λέει το παιδί ενώ κλαίει. Ύστερα το κουνελάκι εμφανίζεται μαζί με ένα ουράνιο τόξο. Τι πιο συνηθισμένο για ένα εικονογραφημένο βιβλιαράκι, σωστά; Η συζήτησή σας όμως δεν χρειάζεται να είναι έτσι.

Σκεφτείτε ερωτήσεις όπως οι εξής: «Γιατί το κουνελάκι έτρεξε μακριά;». «Πού πάνε τα ζωάκια όταν χρειάζονται να προστατευθούν;». «Τι κάνουν οι άνθρωποι σε αυτή την περίπτωση;». «Τι είδους καταφύγιο μας κρατάει πιο ασφαλείς;». «Ποιες άλλες ανάγκες έχουν κοινές οι άνθρωποι και τα κουνελάκια;».

Ή κοιτάξτε έξω μήπως δείτε κάποιο ουράνιο τόξο. «Τα ουράνια τόξα εμφανίζονται μετά από καταιγίδες», λέτε. «Τα σπίτια μας μας προστατεύουν όπως τα δέντρα προστατεύουν τα κουνελάκια. Τι σου αρέσει στο δικό σου σπίτι;»

Με μια μόνο σύντομη συζήτηση έχετε περάσει από το να διαβάζετε ένα βαρετό βιβλιαράκι σε μια συζήτηση για τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες. Και το έχετε καταφέρει αυτό ενώ προσαρμόζεστε στο επίπεδο του παιδιού σας με έναν τρόπο που ενισχύει τη συμμετοχή, χωρίς να χρησιμοποιείτε βεβιασμένα «δύσκολο» λεξιλόγιο. Αυτή είναι η ομορφιά της συζήτησης. Μας επιτρέπει να μεταβούμε από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, ενώ παραμένει ελκυστική για τα παιδιά. Ακόμα και εάν μια ερώτηση ή ένα θέμα μοιάζει να δυσκολεύει λίγο το παιδί σας, συνεχίστε να το στηρίζετε και δείτε εάν μπορεί να βρει την απάντηση. Μην επιμένετε ή πιέζετε υπερβολικά, αλλά δοκιμάστε μικρές δόσεις και αξιολογήστε πώς πήγε και πώς νιώσατε και οι δυο σας.

Αυτή η διαδικασία εξασφαλίζει τη συμμετοχή του παιδιού ενώ παράλληλα ενδυναμώνει την αυτογνωσία και την περηφάνια του για όσα ήδη γνωρίζει. Αναπτύσσετε εγγύτητα και κατανόηση για τον τρόπο σκέψης του, γεγονός που σας βοηθάει να στοχεύσετε καλύτερα τις ερωτήσεις σας την επόμενη φορά. Συχνά, θα εκπλαγείτε από το πόσο βαθυστόχαστα μπορούν να σκεφτούν ή από τις συνδέσεις που κάνουν. Έχετε επίσης την ευκαιρία να λύσετε παρεξηγήσεις. Ένα μήνα πριν, άκουσα ένα πεντάχρονο να ρωτάει «Γιατί μια βροχή μετεωριτών δεν σε βρέχει;». Πρόσφατα είχε παρακολουθήσει ένα πρόγραμμα για την αστρονομία. Όταν άκουσα την ερώτησή του, είχα την ευκαιρία να του εξηγήσω ότι μια βροχή μετεωριτών δεν έμοιαζε με απλή βροχή. Στη συνέχεια όμως συζητήσαμε σε τι έμοιαζαν η βροχή μετεωριτών και η απλή βροχή – και οι δύο περιελάμβαναν ένα σύνολο πραγμάτων, είτε σταγόνες νερού είτε μετεωρίτες.

Το ίδιο ισχύει και για συζητήσεις που δεν βασίζονται σε βιβλία καθώς και για συζητήσεις με μεγαλύτερα παιδιά. Δοκιμάστε την ερώτηση Τι θα γινόταν εάν…; Για παράδειγμα: Τι θα γινόταν εάν οι άνθρωποι είχαν το μέγεθος των μυρμηγκιών; Θα είχαμε φτιάξει μικρότερα κτίρια και αυτοκίνητα. Μπορεί να υπήρχε λιγότερη μόλυνση. Εξερευνήστε αυτές τις αλυσιδωτές αντιδράσεις της σκέψης.

Εκτιμήστε. Ενθαρρύνετε τα παιδιά να σκεφτούν σχετικά με τις σκέψεις τους, τις ιδέες τους, τις στρατηγικές τους και τα σχέδιά τους με μια κριτική ματιά. Σε συνέχεια του παραδείγματος του φορτηγού, μπορείτε να ρωτήσετε «Γιατί η ρόδα του φορτηγού έσπασε όταν το τράκαρες;» ή «Μμμ, γιατί δεν μπορούμε να φτιάξουμε αυτό το χαλασμένο φορτηγό;». Δεν έχει σημασία η σωστή απάντηση. Σημασία έχουν οι απαντήσεις σε ερωτήσεις όπως: «Ποια είναι τα κενά στην σκέψη μου;»· «Τι χάνω;»· «Τι άλλο πρέπει να ξέρω;».

Επισημάνετε ότι όλοι, ενήλικες και παιδιά, έχουμε κενά στη σκέψη μας και ότι όλοι βρισκόμαστε σε ένα ταξίδι μάθησης. Για να μάθουν καλά, τα παιδιά χρειάζονται καλοσύνη και κατανόηση απέναντι στον εαυτό τους. Χωρίς αυτή, μπορεί να καταλήξουν να ασκούν υπερβολική αυτοκριτική. «Ίσως πρόσθεση;» με ρώτησε ένα κοριτσάκι της πρώτης δημοτικού, καθώς προσπαθούσε να κάνει μια άσκηση με λέξεις. «Όχι, όχι, λάθος», φώναξε αμέσως, προτού προλάβω να της πω ότι είχε δίκιο. Όπως πολλά παιδιά που έχω γνωρίσει, είχε αποκτήσει τη συνήθεια να αμφισβητεί τον εαυτό της σε νεαρή ηλικία, με τρόπους που υπονόμευαν την αυτοπεποίθησή της και θα μπορούσαν τελικά να σαμποτάρουν την πνευματική της ανάπτυξη.

Το να εκτιμήσετε ή να αξιολογήσετε δεν σημαίνει να ασκείτε κριτική με αρνητικό τρόπο. Στην πραγματικότητα είναι κάτι θετικό, καθώς αφήνετε τα παιδιά να αναλύσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους πιο αντικειμενικά. Σκεφτείτε τις ερωτήσεις αξιολόγησης ως κουμπιά παύσης τα οποία δημιουργούν ευκαιρίες για περισυλλογή. Ύστερα από αυτή τη διαδικασία, τα παιδιά μπορεί να επιστρέψουν με πιο βαθυστόχαστες ερωτήσεις και ιδέες. Αυτή είναι η βάση για την επίτευξη της μάθησης και την ενίσχυσή της. Αποτελεί επίσης κλειδί για το πώς να διδάξουμε τα παιδιά να εμπιστεύονται τον εαυτό τους – κάτι το οποίο, με τον καιρό, ενδυναμώνει την ανεξαρτησία.

Rebecca Rolland, Η τέχνη του να μιλάμε με τα παιδιά μας.

Μετάφραση: Σοφία Ανδρεοπούλου, Εκδόσεις Διόπτρα

πηγή: Αντικλείδι

Previous
Previous

Ταιριάζει ο Ενιαίος Φορολογικός Συντελεστής (Flat Tax) στην Ελλάδα;

Next
Next

Αφιέρωμα: Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843